Νέα του Δήμου | Επικοινωνία | Χάρτης Ιστοσελίδας | Πληροφορίες |
 

Φύση

Αυτή η περιοχή κυριαρχείται από τους επιβλητικούς βράχους των Μετεώρων και το λιγότερο επιβλητικό λόφο της Θεόπετρας, πάνω από το ομώνυμο χωριό. Η βλάστηση της περιοχής σχηματίζεται από διάφορους θάμνους της Μεσογειακής μακίας ανάμικτους με φυλλοβόλες βελανιδιές, ενώ μέσα στις ρεματιές επικρατούν τα πλατάνια. Ειδικά στη Θεόπετρα τα κυρίαρχα θαμνώδη είδη είναι η αγριοροδακινιά (Prunus webbii) και το Παλιούρι (Paliurus spina - christi), ενώ σε ορισμένες περιοχές στα χαμηλότερα μέρη, το Solanum elaeagnifolium, ένα αμερικάνικο φυτό εγκλιματισμένο στην Ελλάδα, έχει γίνει πραγματικό ζιζάνιο, που απειλεί να πνίξει τη ντόπια χλωρίδα.

Ένα άλλο στοιχείο της περιοχής είναι τα ωραία πλατανοδάση που υπάρχουν κατά μήκος του ποταμού Ληθαίου, μεταξύ Θεόπετρας και Σπαθάδων, όπως και τα άλλα κατά μήκος του ποταμού Μουργκάνι, στα δυτικά της Καλαμπάκας. Αυτά τα πλατανοδάση απειλούνται σήμερα, λόγω της συνεχούς επέκτασης της ποτιστικής γεωργίας και της λαθροϋλοτομίας και είναι ανάγκη να ληφθούν άμεσα μέτρα για την προστασία τους, γιατί είναι από τα τελευταία παραποτάμια δάση στη χώρα μας.

Όσον αφορά τη χλωρίδα, τα πιο σπάνια φυτά της περιοχής είναι η Centaurea Kalambakensis, ένα τοπικό ενδημικό μοναδικό στον κόσμο, που φυτρώνει σε μικρούς αριθμούς στα βράχια της Θεόπετρας και έχει χαρακτηρισθεί ως απειλούμενο είδος, και η Centaurea chrysocephala, που φυτρώνει στα βράχια των Μετεώρων σε ελάχιστους αριθμούς και επίσης κινδυνεύει με εξαφάνιση. 'Αλλα ενδιαφέροντα φυτά της περιοχής είναι η Centaurea zuccariniana, ενδημικό της Ελλάδας και της Ν. Αλβανίας, η Centaurea graeca υποείδος graeca, ενδημικό της Ελλάδας και Αλβανίας, το Allium meteoricum, ενδημικό του κεντρικού τμήματος της Βαλκανικής, η Centaurea salonitana, το Xeranthemun annuum κλπ.

Μετέωρα - ριζά του Κόζιακα:

Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ: Οι βράχινοι πύργοι των Μετεώρων, σκαλισμένοι από τον άνεμο, προσφέρουν καταφύγιο στα πουλιά των βράχων - ιδιαίτερα στους γύπες που αποφεύγουν να περνούν τη νύχτα στο έδαφος. Ακριβώς δίπλα, τα άσπρα βότσαλα του Πηνειού σχηματίζουν άπειρα νησάκια στην πλατειά κοίτη και προσελκύουν παρυδάτια πουλιά. Απέναντι, οι πρόποδες του Κόζιακα, σκεπασμένοι από θάμνους και χωράφια, έχουν τα τυπικά ζώα των καλλιεργημένων περιοχών.

Τοποθεσία Τζέρτση:

Στην περιοχή των Μετεώρων, στο δρόμο προς τον οικισμό Βλαχάβα, εδώ και πολλά χρόνια υπάρχει χώρος αναψυχής που έχει διαμορφωθεί από το Δασαρχείο Καλαμπάκας και δέχεται πολλούς ντόπιους αλλά και ξένους επισκέπτες. Η θέα προς το θεσσαλικό κάμπο είναι μοναδική, όπως επίσης και προς την πλευρά των Αντιχασίων αλλά και του βράχου της Θεόπετρας.
 

Το 2001 στον απέναντι λόφο κατασκευάστηκε ταΐστρα για τους γύπες, από το χρηματοδοτικό μέσο Life.
  Ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει τους γύπες που ανεμοπορούν και κατεβαίνουν στην ταΐστρα αλλά και πουλιά σπάνια όπως ο τσίφτης κλπ. Ο ασπροπάρης είναι ο μικρότερος σε μέγεθος γύπας της Ευρώπης, στην περιοχή υπάρχει η μεγαλύτερη αποικία στην Ελλάδα.

Θηλαστικά:

Αλεπού (Vulpes vulpes): Σε όλους του βιότοπους, από τις ψηλότερες κορφές ως τα προάστια των πόλεων. Ένα εξαιρετικά ευπροσάρμοστο σαρκοφάγο (αναγνώριση: χρώμα ξανθοκάστανο, μέγεθος μικρού σκύλου, μακριά λεπτή ουρά με άσπρο άκρο, περπατάει σκυφτή, κόπρανα με μυρωδιά μούστου σε όλους τους δρόμους και τα μονοπάτια), το πιο πλατιά εξαπλωμένο σε ολόκληρο τον κόσμο. Τρέφεται με ότι είναι πιο άφθονο, όπως τρωκτικά, καρπούς, έντομα, σκουπίδια, ψοφίμια. Κυκλοφορεί πάντα μόνη, και κυρίως τη νύχτα. Η προσαρμοστικότητα, σε τόπο και τροφή και η μεγάλη αναπαραγωγική ικανότητα κάνουν πρακτικά αδύνατη την εξαφάνιση της αλεπούς από μεγάλες περιοχές. Δεν απειλείται και δεν προστατεύεται, αντίθετα θεωρείται "επιβλαβές".

Λύκος (Canis lupus): Κυρίως σε ορεινά δάση και βοσκοτόπια, αλλά και σε ανοιχτούς βιότοπους αν υπάρχουν συστάδες δέντρων και θάμνων. Το μεγαλύτερο χερσαίο σαρκοφάγο της Ευρώπης (αναγνώριση: μέγεθος λυκόσκυλου, αλλά κοντά αυτιά και ανοιχτό καφέ χρώμα), πρόγονος του σκύλου με τον οποίο έχει πολλά κοινά και μπορεί να ζευγαρώσει. Πολύ κοινωνικό ζώο, ζει σε οικογενειακές ομάδες (αγέλες) και, όταν η λεία είναι μεγάλα ζώα, κυνηγάει ομαδικά. Στη Μεσόγειο βασίζεται πολύ στα μικρά ζώα και τα σκουπίδια, και συχνά κυκλοφορεί μόνος ακόμα και όταν ανήκει σε κάποια αγέλη. Πολύ ευπροσάρμοστο ζώο, με τη μείωση των άγριων φυτοφάγων (ζαρκάδι, ελάφι) από το κυνήγι στράφηκε στα κατοικίδια ζώα και ήρθε σε σύγκρουση με τον άνθρωπο. Παρά τον κατατρεγμό από τους ανθρώπους και τον κατακερματισμό των κατάλληλων βιοτόπων, στην Ελλάδα υπάρχει ακόμα ένας από τους καλύτερους πληθυσμούς.

Κουνάβι (Martes foina): Κοντά σε δέντρα, αλλά και σε βράχους. Ένα δενδρόβιο σαρκοφάγο (αναγνώριση: μέγεθος γάτας, σκούρο καφέ με άσπρη κοιλιά, φουντωτή ουρά) που κυκλοφορεί τη νύχτα ψάχνοντας για μικρά ζωάκια, φωλιές, ψοφίμια, σκουπίδια, μπαίνοντας και στα χωριά για να φάει αυγά ή να κοιμηθεί σε αποθήκες. Το φθινόπωρο τρέφεται κυρίως με άγριους καρπούς (βατόμουρα, τριαντάφυλλα κ.λ.π.). Το βλέπουμε συχνά σκοτωμένο στην άσφαλτο. Πολύ κοινό στην Ελλάδα, δεν απειλείται.

Σκαντζόχοιρος (Erinaceus concolor): Σε μέρη όπου ανακατεύονται δέντρα με λιβάδια, καλλιέργειες και φυσικοί φράχτες. Συνήθως, τον ακούμε να χαρχαλεύει στο σκοτάδι ή τον βλέπουμε πατημένο στους δρόμους. Κυκλοφορεί τη νύχτα, τρώγοντας έντομα, σκουλήκια, γυμνοσάλιαγκους, αυγά, άγρια και καλλιεργημένα φρούτα, αλλά και βάτραχους, πουλάκια και ότι άλλο βρει. Τα αγκάθια του είναι ικανοποιητική προστασία από τους εχθρούς (εκτός ανθρώπου και ασβού), γι' αυτό και δεν τρέχει να φύγει δίνοντας έτσι την εντύπωση του ήμερου. Περνάει το χειμώνα σε νάρκη, κουλουριασμένος μέσα σε μια φωλιά από ξερά φύλλα. Πολύ κοινός στην Ελλάδα, δεν απειλείται. Προστατεύεται.

Μαυροποντικός (Rattus rattus): Στη βόρεια Ευρώπη ζει σε σπίτια και αποθήκες, αλλά εδώ θα τον βρούμε στις δεντροκαλλιέργειες και στους κήπους -πάντα κοντά στους ανθρώπους. Ο μικρότερος αρουραίος (αναγνώριση: μήκος περίπου όσο μια ανθρώπινη παλάμη, περίπου 15 εκ, καστανόξανθος με άσπρη κοιλιά, ποντικίσια ουρά). Είναι νυκτόβιος, τη μέρα μπορούμε να τον δούμε μόνο σκοτωμένο στην άσφαλτο. Παμφάγος, τρέφεται κυρίως με φυτική τροφή. Οι ψύλλοι του μετέδιδαν την πανούκλα, το "Μαύρο θάνατο", στη διάρκεια του Μεσαίωνα. Πολύ κοινός, δεν απειλείται. Δύο άλλα τρωκτικά, που επίσης συνδέονται με τον άνθρωπο, ο πελώριος Δεκατιστής (Rattus norvegicus) και ο Σταχτοποντικός (Mus musculus), είναι στενά δεμένα με τις ανθρώπινες εγκαταστάσεις και δεν τα συναντάμε στην εξοχή.

Μικρορινόλοφος (Rhinolophus hipposideros): Στα χαμηλά υψόμετρα, σε μέρη με αραιά δέντρα και θάμνους, όπου κυνηγά τη νύχτα πετώντας πολύ χαμηλά (ως 5 μέτρα) και αρπάζοντας φτερωτά έντομα από πέτρες και κλαδιά. Ο μικρότερος από τους τέσσερις ρινόλοφους (οικογένεια χειροπτέρων που ξεχωρίζουν κυρίως από το χαρακτηριστικό σχήμα της μύτης). Αναγνώριση: αδύνατη στο πεδίο. Περνά τη μέρα σε έρημα σπίτια, αποθήκες, σπηλιές, αλλά ξεχειμωνιάζει μόνο μέσα σε σπηλιές, όπου κρέμεται από την οροφή με τα πόδια τυλίγοντας το σώμα του με τα φτερά του. Όπως όλες οι νυχτερίδες, είναι ιδιαίτερα ευάλωτος στην τουριστική ανάπτυξη των σπηλαίων, που του στερεί το χώρο διαχείμανσης. Προστατεύεται.
 

Νυφίτσα (Mustela nivalis): Τη βρίσκουμε παντού όπου υπάρχουν ποντίκια και κάποιο κάλυμμα του εδάφους (χόρτα, πέτρες, δέντρα). Εξαιρετικά διαδεδομένη, από τις παραλίες ως τις βουνοκορφές. Το μικρότερο σαρκοφάγο της χώρας (αναγνώριση: μακρύ σώμα, κοντά πόδια και ουρά, άσπρη κοιλιά), ειδικευμένο να κυνηγά ποντίκια μέσα στην ίδια τη φωλιά τους. Για να χωράει στα λαγούμια των ποντικών δεν μπορεί να παχύνει, με συνέπεια να μη διαθέτει απόθεμα ενέργειας και να είναι αναγκασμένη να κυνηγά όλο το 24ωρο και όλες τις εποχές του χρόνου. Δεν απειλείται, αλλά προστατεύεται.

Ερπετά και αμφίβια:

Μεσογειακή χελώνα (Testudo hermanni): Σε ανοιχτούς, ξερούς τόπους με θάμνους και ζεστό καλοκαίρι (αναγνώριση: δύο πλάκες στο πίσω μέρος του καβουκιού, ακριβώς πάνω από την ουρά). Όπως και οι άλλες δύο στεριανές χελώνες της Ελλάδας, βόσκει στο χορτάρι και συμπληρώνει τη δίαιτά της με λίγα ασπόνδυλα. Περνάει το χειμώνα σε νάρκη, χωμένη στο έδαφος κάτω από μια μεγάλη πέτρα. Τα αυγά της τρώγονται συχνά από κουνάβια και σκαντζόχοιρους, και οι ίδιες οι χελώνες είναι βασική τροφή για τους αετούς. Πολύ κοινή στην Ελλάδα, μειώνεται εξαιτίας της καταστροφής του βιοτόπου της από φωτιά και οικοδόμηση. Προστατεύεται.

Σαΐτα (Coluber najadum): Σε ξερούς τόπους με ξέφωτα και θάμνους (αναγνώριση: πολύ λεπτή, χρώμα της άμμου, σειρά σκούρων κηλίδων στα πλάγια του λαιμού). Ένα πολύ γρήγορο αλλά άκακο φίδι (δεν έχει δηλητήριο), που τρέφεται με ακρίδες και μικρές σαύρες. Συνήθως, μπορούμε να τη δούμε τη μέρα σκαρφαλωμένη σε θάμνους ή μαντρότοιχους. Κοινή στα Βαλκάνια, αλλά δεν υπάρχει στην υπόλοιπη Ευρώπη. Προστατεύεται.

Οχιά (Vipera ammodytes): Σε ξερούς τόπους με πέτρες και θάμνους, αλλά και σε ηλιόλουστα δάση ως τις ψηλότερες κορφές. Ένα μικρό, κοντόχοντρο φίδι (αναγνώριση: τριγωνικό κεφάλι με μικρό κερατάκι στην άκρη της μύτης), η πιο δηλητηριώδης οχιά της ηπειρωτικής Ευρώπης. Όταν την πλησιάσουμε, μένει ακίνητη για πολλή ώρα αλλά δεν δαγκώνει παρά μόνο αν προσπαθήσουμε να την πιάσουμε. Το δηλητήριο εκχύνεται από δύο μπροστινά δόντια, λεπτά και μακριά σαν βελόνες, που διπλώνουν μέσα σε μια σάρκινη θήκη όταν δεν χρησιμοποιούνται. Το δάγκωμά της δρα αργά και προκαλεί πρήξιμο που διαρκεί πολλές μέρες, αλλά δεν φέρνει το θάνατο στους ανθρώπους, με πιθανή εξαίρεση τα μικρά παιδιά και όσους έχουν αλλεργικά ή καρδιακά προβλήματα. Είναι θανατηφόρο για τα ζωάκια που αποτελούν την τροφή της, ποντίκια, πουλιά και σαύρες. Κοινή στην Ελλάδα, δεν υπάρχει έξω από τα Βαλκάνια. Δεν απειλείται, αλλά προστατεύεται.
 

Πολύ κοινή Δενδρογαλιά (Coluber gemonensis): Σε ανοιχτούς τόπους με δέντρα, θάμνους, ερείπια και μαντρότοιχους. Ένα ακίνδυνο φίδι (αναγνώριση: γκρίζο ή λαδοπράσινο με σκούρα στίγματα), που όμως δαγκώνει με μανία όταν αιχμαλωτισθεί. Κυκλοφορεί τη μέρα και τρέφεται κυρίως με σαύρες. Υπάρχει μόνο στα Βαλκάνια, στην Ελλάδα είναι πολύ κοινό. Δεν απειλείται, αλλά προστατεύεται.

Πουλιά:

Ασπροπάρης (Neophron percnopterus): Σε ανοιχτούς τόπους μικρού υψομέτρου, με βράχια για να φωλιάσει. Ο μικρότερος γύπας από τα τέσσερα είδη της Ευρώπης (αναγνώριση: ασπρόμαυρος, μοιάζει με πελαργό όταν πετάει αλλά δεν έχει μακριά πόδια και λαιμό). Τρέφεται με ψοφίμια, μικρά ζώα, περιττώματα, σκουπίδια. Φωλιάζει εδώ, αλλά ξεχειμωνιάζει στην Αφρική, όπου σπάζει τα αυγά στρουθοκαμήλου πετώντας πέτρες. Τον βλέπουμε συχνά να γυροφέρνει τους βράχους των Μετεώρων, όπου και η σημαντικότερη αποικία του στην Ελλάδα. Έχει μειωθεί πολύ τα τελευταία χρόνια, μάλλον εξαιτίας των δηλητηριασμένων δολωμάτων. Τρωτό είδος. Προστατεύεται.

'Ασπρος πελαργός (Ciconia ciconia): Σε λιβάδια και χωράφια (αναγνώριση: ασπρόμαυρος, με μακριά κόκκινα πόδια και ράμφος). Περπατάει αργά, αιφνιδιάζοντας και τρώγοντας βάτραχους, φίδια, ποντίκια, πουλάκια, ασπόνδυλα. Πηγαίνει να περάσει το χειμώνα στην Αφρική, περνώντας από το Βόσπορο και τη Μέση Ανατολή, γιατί δεν μπορεί να πετάξει πάνω από την ανοιχτή θάλασσα (δεν υπάρχουν ανοδικά ρεύματα αέρα). Φτιάχνει μια μεγάλη φωλιά από ξύλα, πάνω σε δέντρα και -σήμερα- σε κολώνες και στέγες, που τη χρησιμοποιεί κάθε χρόνο προσθέτοντας λίγα ξύλα κάθε φορά. Τέτοιες φωλιές υπάρχουν σε πολλά χωριά της περιοχής. Κοινός στη βόρεια Ελλάδα και την Ευρώπη, μειώνεται διαρκώς εξαιτίας της αποξήρανσης υγροτόπων και της χρήσης φυτοφαρμάκων. Προστατεύεται.

Κίσσα (Garrulus glandarius): Σε δάση και θαμνότοπους (αναγνώριση: άσπρα και γαλάζια σχέδια όταν πετάει, χαρακτηριστική κραυγή). Συνήθως δεν τη βλέπουμε αλλά ακούμε την κραυγή κινδύνου - ένα διαπεραστικό σκούξιμο "κρέηχ" - όταν πλησιάζουμε. Τρέφεται με έντομα, καρπούς, αυγά και νεοσσούς άλλων πουλιών. Συνηθίζει να αποθηκεύει βελανίδια για το χειμώνα, μεταφέροντάς τα στον πρόλοβο και θάβοντάς τα στο έδαφος. Πολύ κοινή, δεν προστατεύεται.

Αηδόνι (Luscinia megarhynchos): Σε πυκνές λόχμες ρεματιών (αναγνώριση: από το κελάηδημα). Το τραγούδι του αρσενικού, αποτελούμενο από μελωδικές τρίλιες και τριξίματα σε άπειρους συνδυασμούς, ακούγεται μέρα και νύχτα, αλλά το ίδιο το πουλί σπάνια εμφανίζεται έξω από τα φυλλώματα. Τρέφεται με έντομα και, όπως τα περισσότερα εντομοφάγα, ξεχειμωνιάζει στην Αφρική. Κοινό στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Προστατεύεται.

Κουκουβάγια (Athene noctua): Σε ανοιχτούς τόπους (λιβάδια, θαμνότοπους, καλλιέργειες) με σκόρπια δέντρα και κτίσματα. Ένα από τα 8 νυχτόβια αρπακτικά της χώρας (αναγνώριση: στρογγυλωπό, σοκολατί χρώμα, φωνή "κβίου"), αλλά συχνά τη βλέπουμε και μέρα μεσημέρι να κάθεται πάνω σε στέγες και κολώνες. Τρέφεται κυρίως με έντομα και ασπόνδυλα, αλλά και με ποντίκια και πουλάκια. Είναι η κουκουβάγια της θεάς Αθηνάς, που απεικονίζεται σε αρχαία νομίσματα.

Βραχοκιρκίνεζο (Falco tinnunculus): Παντού, εκτός από τα πυκνά δάση. Το πιο κοινό γεράκι της χώρας (αναγνώριση: καστανή πλάτη, ουρά άσπρη με μαύρη ρίγα στην άκρη). Το βλέπουμε συχνά καθισμένο σε κολώνες και σύρματα ή ακούμε τη φωνή του, ένα στριγκό "κικικικικι". Είναι το μόνο γεράκι που αιωρείται ακίνητο στον αέρα τρεμοπαίζοντας τα φτερά του, καθώς ερευνά το έδαφος από κάτω του για θηράματα. Τρέφεται με έντομα, ποντίκια, πουλάκια, βάτραχους. Δεν μεταναστεύει.

Ποταμοσφυριχτής (Charadrius dubius): Στις χαλικόστρωτες όχθες ποταμών. Μικρό παρυδάτιο (αναγνώριση: μέγεθος σπουργιτιού, άσπρη κοιλιά και ασπρόμαυρα σχέδια στο κεφάλι), που περπατάει δίπλα στο νερό μαζεύοντας έντομα και σφυρίζοντας "πίου...πίου...πίου...". Αν βρεθούμε κοντά σε θηλυκό που κλωσάει, θα μας παρασύρει μακριά σέρνοντας το φτερό του και παριστάνοντας το πληγωμένο. Έτσι, τραβάει την προσοχή μας από τη φωλιά, μια γουβίτσα στα χαλίκια με 3-4 καμουφλαρισμένα αυγά. Ξεχειμωνιάζει στην Αφρική. Κοινό στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Προστατεύεται.

Καρβουνιάρης (Phoenicurus ochruros): Τυπικό πουλάκι των βράχων (αναγνώριση: όταν πετάει φαίνεται η κεραμιδιά ουρά του). Συνήθως, ακούμε το κελάηδημά του, που μοιάζει να κάνει μια διακοπή στη μέση, σαν από έλλειψη αέρα. Αν είμαστε παρατηρητικοί, θα το δούμε να μας κοιτάει από την κορυφή ενός βράχου ή να πιάνει έντομα στον αέρα κάνοντας ακροβατικά. Το χειμώνα κατεβαίνει σε μικρά υψόμετρα, μπαίνοντας ακόμα και στις πόλεις. Πολύ κοινό στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Προστατεύεται.
 

Καρακάξα (Pica pica): Τυπικό πουλί σε λιβάδια και χωράφια με σκόρπια δέντρα (αναγνώριση: ασπρόμαυρο με μακριά ουρά). Πετάει πάντα μαζί με το ταίρι του, τρέφεται με ότι διαθέσιμο υπάρχει, έντομα, καρπούς, αυγά και νεοσσούς από άλλες φωλιές. Η φωλιά της αναγνωρίζεται εύκολα, μια στρογγυλή μάζα από κλαδιά στο κέντρο ενός δέντρου. Εξαιρετικά κοινή στην Ευρώπη, θεωρείται επιβλαβές και δεν προστατεύεται.



 
Γ’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Κοινωνία της Πληροφορίας», Έργο συγχρηματοδοτούμενο σε ποσοστό 80% από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και κατά 20% από εθνικούς πόρους.